|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Με
την πρέφα ήρθα σε επαφή αρκετά μικρός, στο καφενεδάκι που διατηρούσε ο πατέρας
μου στο χωριό. Ήταν το κυρίως παιχνίδι που παίζονταν τις Κυριακές μετά την
εκκλησία και το απόγευμα. Είχα ακούσει, αλλά δεν το πρόλαβα ότι λίγο πιο παλιά,
μέχρι την δεκαετία του πενήντα, παίζονταν επίσης και το σκαμπίλι, παιχνίδι που
απαιτούσε επίσης τεχνική κατάρτιση, εξ’ ού και το ρητό «η πρέφα θέλει υπομονή
και το σκαμπίλι τέχνη». |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν σιγά-σιγά μεγαλώνοντας άρχισα να παρακολουθώ τους πρεφαδόρους, διαπίστωσα πόσο ενδιαφέρον και διασκεδαστικό συνάμα παιχνίδι είναι η πρέφα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι το οποίο απαιτεί ευστροφία αφού ο παίκτης καλείται να παίρνει γρήγορες αποφάσεις, απαιτεί μνήμη καθόσον ο παίκτης πρέπει να θυμάται ποια χαρτιά έχουν περάσει και ποια παίζουν ακόμη σε κάθε γύρο, απαιτεί υπομονή. Βέβαια με την πάροδο των ετών, παίζοντας και ξαναπαίζοντας αποκομίζει κανείς εμπειρία η οποία τον βοηθά να συνθέσει ένα σωρό κανόνες οι οποίοι περνούν από γενιά σε γενιά, διαμορφώνοντας ένα κάποιας μορφής τυποποιημένο παίξιμο. Θυμάμαι ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παίκτες, λόγω μεγάλης εμπειρίας, έπαιζαν «με κλειστά τα μάτια» όπως θα λέγαμε, παρά το ότι στην πρέφα κανένας γύρος δεν είναι ίδιος με τον προηγούμενο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Η
πρέφα[1]
είναι ένα παιχνίδι της τράπουλας Ρωσικής προέλευσης διάφορες παραλλαγές του
οποίου παίζονται σε χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η ελληνική
παραλλαγή φαίνεται ότι είναι πλησιέστερα προς την Ρωσική η οποία είναι και η
πλέον διαδεδομένη. Αναφορά σε παιχνίδι παρόμοιο με την πρέφα γίνεται σε
γερμανικό βιβλίο του 1829. Τρεις παίκτες παίρνουν από 10 χαρτιά της τράπουλας
των 32 φύλλων. Ο νικητής της πλειοδοσίας πρέπει να κάνει τουλάχιστον 6 μπάζες
και οι δυο αντίπαλοί του πρέπει να κάνουν τις υπόλοιπες προκειμένου να αποφύγουν
το πρόστιμο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Σήμερα
στην Ελλάδα, η πρέφα συνεχίζει να παίζεται κυρίως στα χωριά από μεγαλύτερης
κατά κανόνα ηλικίας άτομα, άνδρες ως επί το πλείστον. Δυστυχώς με την πάροδο
του χρόνου με την συρρίκνωση των χωριών, ολοένα και λιγοστεύουν οι πρεφαδόροι,
καθώς οι νεοεισερχόμενοι είναι ελάχιστοι. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Στους
νέους ενδιαφερόμενους απευθύνουμε το παρόν προκειμένου να αμβλύνουμε τις
δυσκολίες που πραγματικά έχει η εκμάθηση της πρέφας, να τους ενθαρρύνουμε, να
τους βοηθήσουμε στα πρώτα τους βήματα. Η συμβουλή μας είναι να παίξουν και να
ξαναπαίξουν με την βοήθεια του κειμένου μέχρι να εμπεδώσουν τις βασικές αρχές και τους
κανόνες του παιχνιδιού. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Η
πρέφα παίζεται με 32 φύλλα της κλασικής τράπουλας (από το επτά και πάνω) από
τρεις κατά κανόνα παίκτες (υπάρχει και παραλλαγή με τέσσερις παίκτες όπως θα
δούμε πιο κάτω). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Το
παιχνίδι παίζεται σε αυτοτελείς γύρους (μοιρασιές) και τελειώνει όταν σβήσει η
«κάσα» και των τριών παικτών. Πιο κάτω θα δούμε αναλυτικά τι είναι η «κάσα» και
πως σβήνει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Κάθε
παίκτης (με την σειρά και τους κανόνες που θα
αναλύσουμε στην συνέχεια) ρίχνει ένα φύλλο. Τα τρία χαρτιά αποτελούν την
λεγόμενη «μπάζα». Αυτός που έριξε το ισχυρότερο από τα τρία, τα κερδίζει. Κάνει
όπως λέμε μια μπάζα. Ανάλογα με το πόσες μπάζες κάνουν οι παίκτες αυξομειώνεται
η κάσα τους καθώς και οι πόντοι (καπίκια) που παίρνουν ή δίνουν, όπως αναλυτικά
θα δούμε στην συνέχεια. Άρα ο στόχος κάθε παίκτη είναι να κάνει όσο
περισσότερες μπάζες μπορεί σε κάθε γύρο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Θα πρέπει να πούμε εξ’ αρχής ότι και στην πρέφα, όπως στα περισσότερα παιχνίδια με τράπουλα, ισχύει η γνωστή ιεραρχία των χαρτιών A, K, Q, J, 10, 9, 8, 7. Αυτό σημαίνει ότι ο άσσος (Α) είναι το ισχυρότερο χαρτί ενός «χρώματος», ακολουθεί ο Ρήγας (Κ), η Ντάμα (Q) κ.ο.κ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Δύο
είναι οι τρόποι με τους οποίους ένας παίκτης μπορεί να κάνει μια μπάζα. Είτε να
ρίξει χαρτί του ιδίου «χρώματος» αλλά μεγαλύτερης αξίας από τους άλλους δύο
παίκτες, είτε να ρίξει «ατού» (θα δούμε πιο κάτω τι είναι τα ατού), το οποίο
είναι ισχυρότερο από τα άλλα τρία χρώματα. Καθίσταται λοιπόν αυτονόητο ότι ένας
παίκτης για να κάνει μπάζες πρέπει να κρατάει είτε ισχυρά χαρτιά (π.χ. Άσσους
(Α), Ρηγάδες (Κ), Ντάμες (Q)
κττ), είτε ατού. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Κάθε
αυτοτελής γύρος αρχίζει με το μοίρασμα των 32 χαρτιών. Τα χαρτιά μοιράζονται
όλα κρυμμένα (με την πλάτη προς τα πάνω) έτσι ώστε να μην ξέρει ο ένας τι
χαρτιά έχει ο άλλος. Αυτός που μοιράζει δίνει από δύο χαρτιά στον παίκτη που
είναι δεξιά του, μετά δύο στον επόμενο και παίρνει δύο για τον εαυτό του. Βάζει
και δύο χαρτιά, επίσης κρυμμένα, στην μέση και συνεχίζει να μοιράζει τα
απομένοντα 24 χαρτιά, πάντα δύο-δύο μέχρις ότου κάθε παίκτης πάρει από δέκα
χαρτιά συνολικά. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αφού
μοιραστούν τα 32 χαρτιά, το παιχνίδι συνεχίζεται με την αγορά των δύο χαρτιών
που βρίσκονται (κρυμμένα) στο κέντρο του τραπεζιού. Τα της «αγοράς» θα μας
απασχολήσουν αναλυτικά στην συνέχεια. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αυτός
που κερδίζει στην αγορά τα δύο χαρτιά που βρίσκονται στο κέντρο τα παίρνει
επάνω του έχοντας έτσι 12 χαρτιά. Προσωρινά όμως γιατί πριν συνεχιστεί το
παιχνίδι υποχρεούται να βάλει δύο από τα 12 χαρτιά που κρατάει, κάτω, κάπου
στην άκρη του τραπεζιού, πάντα κρυμμένα (με την πλάτη προς τα πάνω), προφανώς
αυτά που έχουν γι’ αυτόν την μικρότερη αξία, τα λεγόμενα «σκάρτα», τα οποία δεν
παίζουν πλέον σ’ αυτό τον γύρο. Έτσι έχει και πάλι 10 χαρτιά όπως οι άλλοι δύο
συμπαίκτες του. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αμέσως
μετά ανακοινώνει στους άλλους δύο παίκτες ποια έχει αποφασίσει να χαρακτηρίσει ως ατού
(ή κόζια) γι’ αυτόν τον γύρο (π.χ. τα καρά). Αυτό σημαίνει ότι το «χρώμα» που
αναγγέλλει ως ατού καθίσταται αυτόματα το ισχυρότερο «χρώμα» για τον
συγκεκριμένο γύρο, με άλλα λόγια δηλαδή ότι κάθε χαρτί αυτού του «χρώματος»
(ατού ή κόζι) είναι ισχυρότερο από κάθε χαρτί των άλλων τριών χρωμάτων. π.χ. αν
τα ατού είναι τα καρά (♦), το επτά καρό (7♦) είναι ισχυρότερο από τον Ἀσσο
κούπα (Α♥) ή την Ντάμα σπαθί (Q♣) κλπ. Κατά τα λοιπά ισχύει η
ιεραρχία μεταξύ των χαρτιών του ιδίου χρώματος και για τα τέσσερα χρώματα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
παίκτης που αγόρασε τα δύο χαρτιά και ονόμασε τα ατού είναι αυτός που λέμε ο
«τζογαδόρος». |
||||||||||||||||||||||||||
|
Μετά
την αναγγελία των ατού από τον τζογαδόρο, καλούνται οι άλλοι δύο να απαντήσουν
(πρώτα αυτός που κάθεται δεξιά του και μετά ο άλλος), αν θα παίξουν ή όχι.(με
ποια κριτήρια αποφασίζουν θα το δούμε παρακάτω). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ακολουθεί
το παίξιμο του γύρου, η καταμέτρηση των μπαζών που έκανε κάθε παίκτης και η
καταγραφή του αποτελέσματος του γύρου. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην πρέφα τα «χρώματα» έχουν διαφορετικές αξίες οι οποίες υπεισέρχονται μόνο στην «αγορά» και στην «χρεοπίστωση» των παικτών, όπως θα δούμε αναλυτικά στην συνέχεια, αξίες που δεν έχουν να κάνουν με το παίξιμο και την διεκδίκηση των μπαζών. Πιο συγκεκριμένα, πρώτα στην σειρά έρχονται τα μπαστούνια (♠) τα οποία αποκαλούνται από τους παίκτες «πρώτα» και έχουν συντελεστή δύο. Ακολουθούν τα σπαθιά (♣) τα οποία αποκαλούνται «δεύτερα» με συντελεστή τρία. Μετά έρχονται τα καρά (♦) τα οποία αποκαλούνται «τρίτα» με συντελεστή τέσσερα και έπονται οι κούπες (♥) οι οποίες έχουν συντελεστή πέντε. Υπάρχει και μια πέμπτη κατηγορία τα αποκαλούμενα «αχρωμάτιστα» ή «άχρωα» που έχουν συντελεστή έξη. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Τα
αχρωμάτιστα όπως λέει και το όνομά τους, δεν έχουν χρώμα. Όταν ένας τζογαδόρος
«τα πει» αχρωμάτιστα, σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο χρώμα σαν
ατού αλλά παίζουν εξ ίσου όλα τα χρώματα. Φυσικά ισχύει πάντα η ιεραρχία των
χαρτιών μέσα σε κάθε χρώμα (A, K, Q, J, 10, 9, 8, 7). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Πώς
γίνεται η μέτρηση και η χρεοπίστωση των πόντων θα το δούμε αναλυτικά στην
συνέχεια. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας
δούμε τώρα πως αποφασίζει ένας παίκτης να μπει στην πλειοδοσία της αγοράς και
μέχρι που «πρέπει» να φτάσει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όπως
προαναφέραμε η βασική επιδίωξη κάθε παίκτη είναι να κάνει όσες περισσότερες
μπάζες μπορεί. Όμως υπάρχουν ελάχιστα όρια για κάθε παίκτη, κυρίως γι’ αυτόν
που κερδίζει τα δύο χαρτιά στον πλειστηριασμό (αγορά) και ονομάζει τα ατού.
Αυτός είναι ο «τζογαδόρος» όπως προαναφέραμε και δεν μπορεί να κάνει λιγότερες
από έξη μπάζες για «να βγει», όπως λέμε. Αν κάνει λιγότερες, λέμε τότε ότι
«μπήκε μέσα» και αντί να πιστωθεί με
τους αντίστοιχους πόντους του τζόγου του, αντιθέτως χρεώνεται με αυτούς. Οι
άλλοι δύο παίκτες, είτε κάνει έξη μπάζες ο τζογαδόρος είτε λιγότερες και μπει
μέσα, πιστώνονται με τους πόντους (καπίκια) που αντιστοιχούν στις μπάζες που
έκανε ο καθένας. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
λοιπόν ο κάθε παίκτης πάρει από το μοίρασμα τα δέκα χαρτιά στα χέρια του, κάνει
γρήγορα μια πρώτη εκτίμηση του πόσες μπάζες θα μπορούσε υπό φυσιολογικές
συνθήκες να κάνει. Αν π.χ. έχει επάνω του μεταξύ των άλλων και τα χαρτιά: Άσσο
(Α♥), Ρήγα (Κ♥),
Ντάμα (Q♥), Βαλέ (J♥) και Δέκα (10♥)
κούπα, θα μπορούσε να υπολογίζει ότι «έχει» πέντε σίγουρες μπάζες και ότι αν
αγόραζε τα δύο χαρτιά που είναι κάτω κι’ εύρισκε μια κούπα (♥) ακόμη ή ενδεχομένως έναν Άσσο, ή έστω ένα
χαρτί που θα έδενε με τα υπόλοιπα πέντε χαρτιά που έχει στα χέρια του, να έκανε
έξη σίγουρες μπάζες ή και γιατί όχι και περισσότερες. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν μπει στην αγορά των δύο
χαρτιών, τα κερδίσει και γίνει αυτός ο
τζογαδόρος, οπότε θα έχει την ευκαιρία να ονομάσει τα ατού κούπες. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όμως
και κάποιος από τους συμπαίκτες του μπορεί να έχει πέντε ή έξη ή και
περισσότερες μπάζες στο χέρι του και να φλερτάρει κι’ αυτός με τα δύο κρυφά
χαρτιά. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
πρέφα δεν προσφέρουμε χρήματα για να αγοράσουμε τα δύο κρυφά χαρτιά αλλά
προσφέρουμε υποχρέωση.
Προσφέρουμε την υποχρέωση ότι αν κερδίσουμε στον πλειστηριασμό τα δύο χαρτιά,
να ονομάσουμε ως ατού κάποιο χρώμα που είναι της ίδιας ή μεγαλύτερης «αξίας»
από όσο προσφέραμε για να πάρουμε τα δύο χαρτιά και να κάνουμε τουλάχιστον έξη
μπάζες (ή επτά, οκτώ, εννέα, δέκα αντίστοιχα, όπως θα δούμε πιο κάτω). Με απλά
λόγια αν φτάσουμε κατά την αγορά να προσφέρουμε καρά (♦)
υποχρεούμαστε να ονομάσουμε ως ατού είτε τα καρά, είτε τις κούπες (είναι πάνω
από τα καρά όπως είδαμε στην αρχή), είτε αχρωμάτιστα, είτε επτά
μπαστούνια, επτά σπαθιά, επτά καρά, επτά κούπες κλπ όπως θα αναλύσουμε αμέσως
πιο κάτω.
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Εύκολα γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι ένας παίκτης που έχει επάνω του μπάζες από σπαθιά (♣) δεν είναι φρόνιμο να προσφέρει κατά την αγορά πάνω από σπαθιά γιατί αν προσφέρει π.χ. καρά (♦) και κερδίσει τα δύο χαρτιά, θα είναι υποχρεωμένος να ονομάσει στη συνέχεια τα ατού είτε καρά (είτε από καρά και πάνω) και όχι σπαθιά που είναι ο τζόγος του και να κάνει έξη μπάζες. Είναι ευνόητο όμως ότι δεν πρέπει να ονομάσει τα καρά ως ατού, αφού δεν έχει καρά και επομένως τις μπάζες θα τις κάνουν οι αντίπαλοί του παίκτες που έχουν επάνω τους καρά και όχι ο τζογαδόρος, ο οποίος δεν θα κάνει τις έξη μπάζες που οφείλει να κάνει και θα «μπει μέσα». Βέβαια αν έχει ή φιλοδοξεί ότι θα κάνει επτά μπάζες από σπαθιά, παίρνοντας και τα δύο χαρτιά από κάτω, μπορεί να προσφέρει και καρά και περισσότερα (μέχρι επτά σπαθιά) για να αγοράσει τα δύο χαρτιά, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ονομάσει τα ατού επτά σπαθιά τουλάχιστον και να «κάνει» οπωσδήποτε επτά μπάζες. Αντίστοιχα συμβαίνει αν αγοράσει μέχρι οκτώ, ή εννέα ή και δέκα (πράγμα σπανιότατο). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Διευκρινίζεται
εδώ ότι κανείς δεν εμποδίζει τον τζογαδόρο να ονομάσει ως ατού οποιοδήποτε
«χρώμα» μεγαλύτερης αξίας από την αγορά του, προκειμένου να κερδίσει
περισσότερους πόντους. Έτσι ένας παίκτης που κέρδισε (αγόρασε) τα δύο χαρτιά
προσφέροντας καρά, μπορεί να ονομάσει τον τζόγο (να «τα πει» όπως λέμε) επτά ή
οκτώ καρά κλπ από την στιγμή που κρίνει ότι κρατάει επτά ή οκτώ ή περισσότερες
μπάζες στα χέρια του. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Αρχίζει
λοιπόν ο πλειστηριασμός.
Ο πλειστηριασμός γίνεται σε φάσεις (επίπεδα). Πρώτος πάντα μιλάει ο παίκτης που
πήρε πρώτος χαρτιά κατά το μοίρασμα ο οποίος και φυσικά είτε αγοράσει είτε όχι,
παίζει πρώτος (αν αποφασίσει να παίξει)
στον γύρο αυτόν. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αν
έχει χαρτί και προτίθεται να μπει στον πλειστηριασμό, λέει: μπαστούνια
(♠) ή «πρώτα». Αν δεν έχει χαρτί και δεν θέλει να μπει στον
πλειστηριασμό, λέει: «πάσο». Ακολουθεί ο δεύτερος εκ δεξιών πάντα, ο οποίος αν
δεν έχει χαρτί λέει: «πάσο» ή αν έχει, μπαίνει στον πλειστηριασμό. Ανάλογα με
το τι έχει κάνει ο πρώτος, αν δηλαδή ο πρώτος παίκτης έχει προσφέρει «πρώτα»,
τότε πρέπει να προσφέρει περισσότερα και λέει: σπαθιά (♣) ή «δεύτερα»,
αλλιώς αν ο πρώτος παίκτης έχει πάει «πάσο», τότε ο δεύτερος προσφέρει εκείνος
μπαστούνια (ή «πρώτα»). Ακολουθεί ο τρίτος παίκτης, αυτός που μοίρασε τα
χαρτιά, ο οποίος και παίζει τελευταίος σ’ αυτόν τον γύρο, ο οποίος αν δεν
επιθυμεί να αγοράσει λέει: «πάσο» ή προσφέρει ανάλογα με το αν έχουν αγοράσει
και οι δύο προηγούμενοι παίκτες περισσότερα λέγοντας: καρά (♦) ή «τρίτα», ή αν έχει πάει ένας από τους
προηγούμενους παίκτες πάσο και έχει αγοράσει μόνο ο ένας (μπαστούνια), τότε
αυτός προσφέρει «δεύτερα» (ή σπαθιά). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αφού
μιλήσουν όλοι οι παίκτες από μία φορά, η αγορά μπαίνει στην δεύτερη φάση
(επίπεδο) το οποίο αρχίζει πάντα από το σημείο που τελείωσε το πρώτο επίπεδο.
Αν υποθέσουμε ότι έχουν προσφέρει και οι τρεις παίκτες (ο πρώτος μπαστούνια, ο δεύτερος σπαθιά και ο
τρίτος καρά), έχει σειρά να μιλήσει για δεύτερη φορά (δεύτερο επίπεδο αγοράς) ο
πρώτος παίκτης ο οποίος οφείλει να αρχίσει από εκεί που τελείωσε το πρώτο
επίπεδο. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση θα πει: εδώ τα καρά. (Αν στην πρώτη
φάση της αγοράς ένας από τους τρεις είχε πάει πάσο και η αγορά είχε μείνει στα
σπαθιά, θα έπρεπε να αρχίσει από εκεί και να πει: εδώ τα σπαθιά). Ο δεύτερος
παίκτης εφ’ όσον επιθυμεί να συνεχίσει την πλειοδοσία ανεβαίνει λέγοντας κούπες
και ο τρίτος (εφ’ όσον επιθυμεί να συνεχίσει) θα πρέπει να ανέβει προσφέροντας
αχρωμάτιστα. Εδώ τελειώνει η δεύτερη φάση της αγοράς και οι απομένοντες παίκτες
μπαίνουν στην τρίτη φάση η οποία φυσικά αρχίζει από εκεί που τελείωσε η
δεύτερη. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος παίκτης που έχει σειρά να μιλήσει
(για τρίτη φορά) ανοίγει την τρίτη φάση της αγοράς λέγοντας: εδώ τα
αχρωμάτιστα. Ακολουθούν οι άλλοι δύο προσφέροντες επτά μπαστούνια και επτά
σπαθιά αντίστοιχα. Η τέταρτη φάση (επίπεδο) της αγοράς θα πρέπει να αρχίσει από
τα επτά σπαθιά κ.ο.κ. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
πλειστηριασμός συνεχίζεται μέχρις ότου δύο από τους παίκτες πάνε πάσο και τα
δύο χαρτιά τα κερδίζει αυτός που απέμεινε τελευταίος πλειοδότης. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
πράξη η αγορά δεν φτάνει τόσο ψηλά γιατί ένας από τους τρεις παίκτες συνήθως
πάει πάσο στην πρώτη φάση και η μονομαχία συνεχίζεται από τους υπόλοιπους δύο,
σε δύο ή τρία ακόμη επίπεδα (ενίοτε και περισσότερα). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Υπάρχει
βέβαια και η περίπτωση (συχνή) να πάνε δύο παίκτες πάσο εξ αρχής οπότε τα δύο
χαρτιά κερδίζει αυτός που λέει «πρώτα». Διατηρεί βέβαια την δυνατότητα, όπως
είπαμε πιο πάνω, να ονομάσει ατού όποιο χρώμα θέλει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Μια μορφή πλειοδοσίας είναι και οι φράσεις «γούστο» ή «τα βλέπω» ή «τα γράφω» ή «αν μείνουν». Μ’ αυτές τις φράσεις, δηλώνει στους άλλους δύο ότι αν πάνε πάσο και οι δύο και μείνουν τα δύο χαρτιά κάτω, διατηρεί το δικαίωμα να τα πάρει εκείνος. Αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις που ο πρώτος παίκτης που έχει δικαίωμα να αγοράσει (ή ο επόμενος εφ’ όσον πάει αυτός πάσο) δεν αισθάνεται με το χαρτί που κρατάει τόσο ισχυρός ώστε να μπει στην αγορά λέγοντας «πρώτα», διαισθάνεται όμως ότι στην περίπτωση που οι άλλοι δύο πάνε πάσο, δεν έχουν καλό χαρτί στα χέρια τους κι’ έτσι έχει αυξημένες πιθανότητες να βρει καλά χαρτιά κάτω και να «κάνει τζόγο». Εννοείται βέβαια ότι αν ένας από τους επόμενους παίκτες μπει στον πλειστηριασμό και προσφέρει «πρώτα», τον αποκλείει αυτόματα από την διεκδίκηση των δύο χαρτιών. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
παίκτης που κερδίζει τα χαρτιά, τα παίρνει όπως είπαμε στην αρχή, επάνω του και
επιλέγει δύο από τα 12 χαρτιά που κρατάει, ως «σκάρτα» και τα βάζει κρυμμένα
(με την πλάτη προς τα πάνω) στην άκρη του τραπεζιού. Αυτά τα δύο χαρτιά δεν παίζουν
πλέον σ’ αυτόν τον γύρο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
συνέχεια ανακοινώνει στους δύο συμπαίκτες του ποιο «χρώμα» ονομάζει σαν ατού
και τους καλεί να αποφασίσουν αν θα παίξουν ή όχι. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Το
τι θα ονομάσει τα ατού, εξαρτάται βασικά από δύο παράγοντες. Πρώτον από το
χρώμα στο οποίο είναι η δύναμή του και δεύτερον από το χρώμα στο οποίο αγόρασε.
Όπως έχουμε προαναφέρει ο τζογαδόρος έχει υποχρέωση να τα πει τουλάχιστον όσο
αγόρασε είτε περισσότερα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Οι
πιθανοί τζόγοι είναι με τη σειρά οι εξής: |
||||||||||||||||||||||||||
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Όπως
είπαμε τα αχρωμάτιστα έχουν συντελεστή έξη (6), πολλαπλασιάζονται δηλαδή οι μπάζες
που κάνει ένας παίκτης επί έξη για να προκύψουν οι βαθμοί (καπίκια) που
πιστώνεται (ή χρεώνεται αν μπει μέσα). Ένας τζογαδόρος αποφασίζει να τα πει
αχρωμάτιστα σε δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση κρατάει χαρτί
πολυχρωματικό στα χέρια του και βλέπει ότι μπορεί να κάνει μπάζες από πολλές
μεριές (π.χ. Άσσο, Ρήγα, Ντάμα από ένα χρώμα,
Άσσο, Ρήγα από άλλο, Ρήγα, Ντάμα από άλλο κλπ). Στην δεύτερη περίπτωση
μπορεί να έχει χαρτί από ένα ή δύο χρώματα αλλά να θέλει να πάρει τους παραπάνω
πόντους που δίνουν τα αχρωμάτιστα. Βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να
παίζει πρώτος, εκτός αν έχει πιάσιμο απ’ όλες τις μεριές (Άσσους κλπ) γιατί
αλλιώς κινδυνεύει να μην κάνει τις μπάζες που οφείλει, αν κάποιος από τους
άλλους δύο έχει ισχυρά χαρτιά άλλου χρώματος και παίξει μ’ αυτά (όπως είπαμε
δεν υπάρχουν ατού). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Υπενθυμίζουμε
ότι ο συντελεστής των επτά αχρωμάτιστων είναι οκτώ, των οκτώ αχρωμάτιστων είναι
εννέα και των εννέα και δέκα αχρωμάτιστων είναι δέκα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα για να δούμε στην πράξη πόσο επηρεάζει την απόφαση του τζογαδόρου στο τι θα τα πει, ανάλογα με το αν παίζει πρώτος ή όχι. Έστω ότι ο τζογαδόρος μετά το ξεσκαρτάρισμα έχει επάνω του τέσσερα γερά σπαθιά (Α§, K§, Q§, J§), τρία γερά καρά (Α¨, K¨, Q¨) και τρεις γερές κούπες (Α©, K©, Q©). Αν παίζει πρώτος έχει δέκα σίγουρες μπάζες είτε τα πει σπαθιά είτε τα πει αχρωμάτιστα. Αν όμως δεν παίζει πρώτος δεν μπορεί κατ’ αρχήν να τα πει αχρωμάτιστα διότι δεν έχει κανένα μπαστούνι και θα χάσει όλες τις μπάζες στα μπαστούνια. Είναι λοιπόν αναγκασμένος να τα ονομάσει σπαθιά (στο χρώμα που έχει τα περισσότερα φύλλα). Και μάλιστα είναι επικίνδυνο να τα ονομάσει επτά σπαθιά, αφού κινδυνεύει να κάνει μόνο έξη μπάζες, ανάλογα με την κατανομή των χαρτιών στους άλλους παίκτες. Βλέπουμε λοιπόν ότι εκεί που θα κατέβαζε δέκα (10) κάσα ονομάζοντάς τα εννέα αχρωμάτιστα, θα κατεβάσει τρία, ονομάζοντάς τα σπαθιά. Βλέπουμε λοιπόν πόσο μπορεί να επηρεάσει την αναγγελία των ατού και τις μπάζες που τελικά θα κάνει, το αν παίζει πρώτος ο τζογαδόρος ή όχι. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Οι
δύο παίκτες είναι τώρα σύμμαχοι εναντίον του τζογαδόρου (αποκαλούνται
«σύντροφοι») σε μια προσπάθεια να μην του επιτρέψουν να κάνει τις μπάζες τις
οποίες είναι υποχρεωμένος να κάνει κι’ έτσι να «μπει μέσα» και αντί να
πιστωθεί, να χρεωθεί τους βαθμούς (καπίκια) που θα έπαιρνε. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Είναι
η στιγμή που ο ένας σύντροφος έχει την ανάγκη του άλλου, στον κοινό στόχο. Τώρα
διαπιστώνουμε πόσο χρήσιμο είναι να αγοράζουμε μέχρι το χρώμα που είμαστε
δυνατοί, «δείχνοντας» έτσι στον πιθανό σύντροφό μας σε ποιο χρώμα είναι η
δύναμή μας, πράγμα πολύ χρήσιμο για την συνέχεια του γύρου. Τον βοηθάμε έτσι
είτε στην απόφασή του αν θα παίξει ή όχι, είτε στον τρόπο που θα παίξει, αφού
θα έχει καταλάβει (θα έχει πάρει πρέφα) τι χαρτί έχουμε εμείς και κατ’ επέκταση
τι χαρτί έχει ο τζογαδόρος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Το
μυστικό στην πρέφα είναι να καταλάβεις (να πάρεις πρέφα) τόσο στην αρχή (από
την αγορά) όσο και στην συνέχεια (κατά το παίξιμο) κάθε γύρου, ποια χαρτιά έχει
κάθε παίκτης και να παίξεις ανάλογα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Η
απόφαση για το αν θα παίξουμε ή όχι εξαρτάται από το πόσες μπάζες πιστεύουμε
ότι μπορούμε να κάνουμε αν παίξουμε και
επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. |
||||||||||||||||||||||||||
|
1.
Από το πόσες μπάζες είμαστε εμείς υποχρεωμένοι να κάνουμε στην περίπτωση που
παίξουμε. Είπαμε στην αρχή ότι ο τζογαδόρος είναι υποχρεωμένος να κάνει ένα
ελάχιστο αριθμό από μπάζες (αλλιώς μπαίνει μέσα) και τις υπόλοιπες να τις
κάνουν οι δύο σύντροφοι (αλλιώς μπαίνουν αυτοί μέσα). «Μπαίνω μέσα» σημαίνει
ότι πληρώνω (χρεώνομαι) τους πόντους (καπίκια) που αντιστοιχούν στις μπάζες που
έχουν κάνει όσοι δεν μπήκαν μέσα (οι άλλοι δύο ή ο ένας από τους συμπαίκτες
μου). Στην περίπτωση που ο τζογαδόρος ονομάσει τα ατού απλά (μπαστούνια,
σπαθιά, καρά, κούπες, αχρωμάτιστα) τότε είναι υποχρεωμένος να κάνει έξη
μπάζες και επομένως οι δύο σύντροφοι να κάνουν τις υπόλοιπες τέσσερις.
Αν τις κάνουν, έστω κι’ αν δεν έχουν κάνει από δύο, αλλά ένας έκανε τρεις ή και
τις τέσσερις, παίρνει μεν τους πόντους (καπίκια) αυτός που τις έκανε αλλά ο
σύντροφός του δεν πάει μέσα. Στην περίπτωση που δεν τις κάνουν (κάνουν δηλαδή
και οι δύο μαζί τρεις μπάζες) τότε αυτός που έκανε μία ή καμία μπάζα πάει μέσα
(χρεώνεται δηλαδή τους πόντους που αντιστοιχούν στις επτά μπάζες που έχει κάνει
ο τζογαδόρος και στις τρεις ή δύο μπάζες που έχει κάνει ο σύντροφός του). Στην
περίπτωση που οι δύο σύντροφοι κάνουν δύο μπάζες, τότε αν έχουν κάνει από μία ο
καθένας χρεώνονται και οι δύο τους πόντους (καπίκια) που αντιστοιχούν στις οκτώ
μπάζες που έχει κάνει ο τζογαδόρος, ενώ αν έχει κάνει ένας και τις δύο μπάζες, τότε
αυτός δεν πηγαίνει μέσα, αλλά ο σύντροφός του πηγαίνει μέσα «σόλο» που σημαίνει
ότι πληρώνει (χρεώνεται) εις το διπλάσιο τους πόντους που αντιστοιχούν στις
οκτώ μπάζες που έχει κάνει ο τζογαδόρος
και στις δύο που έχει κάνει ο σύντροφός του. Αν και οι δύο σύντροφοι δεν κάνουν
καμιά μπάζα, μπαίνουν και οι δύο μέσα σόλο, που σημαίνει ότι χρεώνονται και οι
δύο το διπλάσιο των καπικιών που αντιστοιχούν στις δέκα μπάζες που έκανε ο
τζογαδόρος. «Σόλο μέσα» πηγαίνει αυτός που κάνει τουλάχιστον δύο μπάζες λιγότερες
από αυτές που οφείλει να κάνει. Άρα ένας παίκτης που οφείλει να κάνει μία
μπάζα, έστω κι’ αν δεν την κάνει, πηγαίνει μέσα απλός, όχι σόλο, το ίδιο
συμβαίνει σε ένα παίκτη που οφείλει να κάνει δύο μπάζες και κάνει μόνο μία. |
||||||||||||||||||||||||||
|
2. Από το πόσο σίγουρες μπάζες έχουμε.
Είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την απόφασή μας, καθ’ όσον όταν
έχουμε σίγουρες μπάζες π.χ. από ατού, είναι απίθανο ή έστω δύσκολο να μπούμε
μέσα. Κάτι τέτοιο μας οδηγεί ευκολότερα στην απόφαση να παίξουμε αφού και
σίγουρες μπάζες έχουμε ώστε να βγούμε και να πάρουμε καπίκια, αλλά και να
συνεργαστούμε με τον σύντροφό μας ο οποίος ενδεχομένως να βοηθηθεί από το δικό
μας παίξιμο και να καταφέρουμε και οι δύο μαζί (αλλά και μόνος μας) να βάλουμε
τον τζογαδόρο μέσα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
3. Από το τι τζόγο έχει πει ο τζογαδόρος και
με τι σειρά παίζουμε. Παίζει κι’ αυτός ο παράγοντας ρόλο, γιατί αν ο
τζογαδόρος τα έχει πει επτά και εμείς παίζουμε πριν από τον σύντροφό μας
(καθόμαστε δηλαδή αριστερά του), οφείλουμε να κάνουμε εμείς τις δύο μπάζες και
ο σύντροφός μας έχει την υποχρέωση να
κάνει μόνο μία. Επομένως αν έχουμε μια μόνο σίγουρη μπάζα και παίζουμε πριν από
τον σύντροφό μας, θα σκεφθούμε πολύ πριν αποφασίσουμε να παίξουμε, ενώ αν
παίζουμε μετά από τον σύντροφό μας, είναι αυτός που πρέπει να κάνει τις δύο
μπάζες και εμείς την μία μπάζα και κατά συνέπεια μπορούμε ευκολότερα να αποφασίσουμε αν θα παίξουμε ή όχι. Το ίδιο
ισχύει και για την περίπτωση που ο τζογαδόρος τα έχει πει εννέα, οπότε αν
παίζουμε πριν από τον σύντροφό μας οφείλουμε να κάνουμε εμείς την μία μπάζα,
αλλιώς αν παίζουμε μετά από αυτόν δεν έχουμε υποχρέωση να κάνουμε καμιά μπάζα.
Βέβαια, όπως είπαμε νωρίτερα, αν οι δύο σύντροφοι μαζί κάνουν τις μπάζες που
οφείλουν, ανεξαρτήτως του πόσες έκανε ο καθένας, κανείς τους δεν πάει μέσα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Πρώτος
ομιλεί ο παίκτης που κάθεται δεξιά του τζογαδόρου, ο οποίος δηλώνει αν θα
παίξει ή αν θα πάει πάσο. Αν θα παίξει θα πιστωθεί με τα καπίκια που
αντιστοιχούν στις μπάζες που θα κάνει, αλλά ρισκάρει να μην κάνει όσες πρέπει
και να πληρώσει, όπως είπαμε πιο πάνω. Ομοίως και ο δεύτερος παίκτης ο οποίος
ομιλεί αμέσως μετά. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Εδώ υπάρχει το δικαίωμα του προσεταιρισμού
ενός παίκτη από τον άλλον, ώστε από κοινού να αντιμετωπίσουν τον τζογαδόρο.
Πρώτος έχει αυτό το δικαίωμα ο παίκτης που κάθεται δεξιά του τζογαδόρου και
ομιλεί πρώτος. Στην περίπτωση που δηλώσει ότι παίζει και ο σύντροφός του
δηλώσει πάσο, έχει το δικαίωμα να τον πάρει μαζί του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και
δεύτερος σύντροφος ο οποίος μόλις ο πρώτος δηλώσει πάσο, μπορεί να τον πάρει
εκείνος μαζί του. Αν όμως δεν τον πάρει αλλά δηλώσει απλά ότι παίζει, τότε ο
πρώτος σύντροφος αν και έχει πάει πάσο, διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει και
να πάρει εκείνος τον δεύτερο σύντροφο μαζί του. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Τι
γίνεται όμως στην περίπτωση του προσεταιρισμού του συντρόφου μας; |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
παίκτης που παίρνει μαζί του τον σύντροφό του, καρπούται το σύνολο των πόντων
από τις μπάζες που θα κάνουν και οι δύο μαζί, αλλά πληρώνει και το σύνολο των
οφειλών στην περίπτωση που οι δύο μαζί δεν κάνουν τις μπάζες που όφειλαν να
κάνουν. Εννοείται ότι εφ’ όσον ο ένας πάρει τον άλλον δεν αρκούν οι μπάζες που
όφειλε να κάνει αν έπαιζε μόνος του, αλλά απαιτούνται όλες οι μπάζες που θα
έπρεπε να κάνουν παίζοντας και οι δύο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Γιατί
ο ένας προσεταιρίζεται τον άλλον και πότε; |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αυτό
αποφασίζεται από έναν παίκτη ο οποίος έχει αδυναμία σε κάποιο χρώμα το οποίο
υποθέτει ή γνωρίζει από την αγορά που έχει γίνει, ότι έχει ο σύντροφός του.
Αποφασίζεται ακόμη στις περιπτώσεις που ο παίκτης έχει σίγουρες τις μπάζες που
πρέπει να γίνουν στα χέρια του και παίρνει μαζί του τον σύντροφό του, μήπως από
το παίξιμο και των δυό μαζί προκύψουν κι’ άλλες μπάζες που θα βάλουν τον
τζογαδόρο μέσα. Άλλωστε από την χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, υποδηλώνεται και
η πρόθεση του παίκτη. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
λέει στον σύντροφό του: Παίζεις κι’ εσύ, είναι σαν να του λέει να παίξει
στο χρώμα που είναι δυνατός. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
λέει στον σύντροφό του: Παίζεις μαζί μου, είναι σαν να του λέει να
περιμένει (να κρατηθεί δηλαδή) στο χρώμα που είναι δυνατός, ενώ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
του λέει: Πάμε όλοι μαζί, είναι σαν να του λέει παίξε όπως κρίνεις
καλύτερα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας υποθέσουμε ότι και οι δύο αποφασίζουν να
παίξουν. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Πρώτος
παίζει αυτός που κάθεται δεξιά από αυτόν μοιράζει χαρτιά, αυτός δηλαδή που πήρε
πρώτος χαρτιά. Ρίχνει ένα χαρτί κάτω,
κατά βούληση, και ακολουθούν οι άλλοι δύο (πρώτα αυτός που κάθεται δεξιά του
και μετά ο άλλος). Οι άλλοι δύο δεν έχουν το δικαίωμα να παίξουν κατά βούληση,
αλλά υποχρεούνται να ακολουθήσουν με κάποιο χαρτί του ιδίου «χρώματος», εφ’
όσον βέβαια έχουν. Άν δεν έχουν, τότε θα πρέπει να ρίξουν υποχρεωτικά ατού (να
τσακίσουν, όπως λέμε) και μόνο αν δεν έχουν ούτε ατού, μπορούν να ρίξουν χαρτί
άλλου χρώματος, χωρίς φυσικά ελπίδα να κερδίσουν την μπάζα ακόμη κι’ αν ρίξουν
Άσσο. Δηλαδή αν π.χ. τα ατού είναι καρά (♦)
και ο πρώτος παίκτης ξεκινήσει παίζοντας σπαθί (♣) οι άλλοι δύο οφείλουν
να ακολουθήσουν επίσης με σπαθί και αν δεν έχουν, να παίξουν καρό (ατού) και
μόνο αν δεν έχουν ούτε σπαθί, ούτε καρό, μπορούν να παίξουν κάποιο χαρτί άλλου «χρώματος»
(μπαστούνι ή κούπα). Τα τρία αυτά χαρτιά
τα παίρνει αυτός που έριξε το ισχυρότερο χαρτί. Λέμε τότε ότι έκανε μια «μπάζα».
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
παίκτης που έκανε την μπάζα, έχει σειρά να παίξει. Ρίχνει ένα χαρτί κατά
βούληση (ο πρώτος παίκτης παίζει πάντα ό,τι χαρτί θέλει). Ακολουθεί ο παίκτης
που κάθεται δεξιά του και μετά ο τρίτος οι οποίοι δεν ρίχνουν χαρτί κατά
βούληση, αλλά σύμφωνα πάντα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.
Εννοείται ότι την μπάζα την κάνει ο παίκτης που έριξε το ισχυρότερο χαρτί, ο
οποίος παίζει πρώτος για την διεκδίκηση της επόμενης μπάζας κ.ο.κ. Ο γύρος
συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο μέχρι να γίνουν από τους παίκτες και οι δέκα (10)
μπάζες. Βασική και διαρκής επιδίωξη κάθε παίκτη είναι να κάνει όσο
περισσότερες μπάζες μπορεί, ώστε να παίρνει (πιστώνεται) με τους ανάλογους
πόντους (καπίκια, όπως θα δούμε πιο
κάτω). |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στο
τέλος του γύρου, κάθε παίκτης μετράει φανερά ενώπιον των άλλων πόσες μπάζες
έχει κάνει και ο παίκτης που έχει αναλάβει να γράφει, χρεοπιστώνει πάνω στο
χαρτί την μερίδα του κάθε παίκτη, ανάλογα με το πόσες μπάζες έχει κάνει, όπως
αναλυτικά περιγράφουμε σε ξεχωριστό κεφάλαιο πιο κάτω. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας
δοκιμάσουμε να παίξουμε ένα γύρο εφαρμόζοντας όσα έχουμε μέχρι τώρα αναφέρει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
αρχίζει το παιχνίδι ένας παίκτης αναλαμβάνει να «κάνει χαρτιά», να μοιράσει
δηλαδή. Παίρνει και τα 32 χαρτιά στα χέρια του και τα ανακατεύει καλά. Μετά
προτείνει σ’ αυτόν που κάθεται αριστερά του να «κόψει» την τράπουλα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αφού
κοπεί η τράπουλα, αρχίζει να μοιράζει (κρυμμένα) τα χαρτιά, από δύο, όπως
είπαμε στην αρχή, βάζοντας και δύο χαρτιά κάτω. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Έστω
ότι μετά το μοίρασμα, οι παίκτες έχουν: |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Πρώτος
παίζει (άρα και αγοράζει) την πρώτη φορά, αυτός που έχει το επτά καρό (7¨), ο οποίος (παίκτης Νο 1) έχει 5
μπαστούνια και ποντάρει στο ότι μπορεί να βρει κάτω ένα ακόμη μπαστούνι ή ένα
σπαθί, και μπαίνει στον πλειστηριασμό (αγορά) λέγοντας: πρώτα. Ο δεύτερος
παίκτης (Νο 2) έχει τέσσερα καρά, τρία σπαθιά και δύο μπαστούνια και μπαίνει
κι’ αυτός στην αγορά, λέγοντας: δεύτερα. Ο τρίτος παίκτης (Νο 3) έχει πέντε
κούπες και τον Άσσο σπαθί (σκοπεύει να πάει μέχρι κούπες) και λέει: καρά. Έτσι
τελειώνει η πρώτη φάση (επίπεδο) της αγοράς. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Με
την έναρξη της δεύτερης φάσης έχει πάλι σειρά να μιλήσει ο πρώτος παίκτης που
έχει αγοράσει μπαστούνια, ο οποίος δεν μπορεί να προσφέρει περισσότερα και πάει
τώρα πάσο. Έρχεται η σειρά του δεύτερου παίκτη ο οποίος αρχίζει την δεύτερη
φάση από εκεί που είχε τελειώσει η πρώτη και λέει «εδώ τα καρά» ή «όλα εδώ». Ο
τρίτος παίκτης ο οποίος έχει την δύναμή του στις κούπες, λέει: κούπες, οπότε ο
δεύτερος παίκτης δεν έχει χαρτί για να πάει πιο πάνω και πάει πάσο. Έτσι
τελειώνει η αγορά, με πλειοδότη τον τρίτο παίκτη ο οποίος κερδίζει τα δύο
χαρτιά και γίνεται ο τζογαδόρος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Παίρνει επάνω του τα δύο χαρτιά, που είναι ο Άσσος κούπα (Α♥) και το Εννέα σπαθί (9♣). Παίρνοντας τον Άσσο κούπα, έχει τώρα έξη σίγουρες μπάζες από κούπες και μία από τον Άσσο σπαθί. Βάζει κάτω σαν «Σκάρτα» τα δύο καρά (Οκτώ και Εννέα) και λέει τα ατού: επτά κούπες. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Με
την αγορά που έγινε, οι δύο σύντροφοι (γι΄ αυτόν τον γύρο), παίκτης Νο1 και
παίκτης Νο2, γνωρίζουν ο ένας την δύναμη του άλλου. Ότι δηλαδή ο πρώτος παίκτης
έχει μπαστούνια και ότι ο δεύτερος έχει καρά (φυσικά αυτό το γνωρίζει και ο
τζογαδόρος). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Οι
δύο σύντροφοι καλούνται τώρα να αποφασίσουν αν θα παίξουν. Ο πρώτος ποντάρει
στο ότι μπορεί να κάνει δύο μπάζες από μπαστούνια και σπαθιά, ενώ ο δεύτερος
ποντάρει κατά κύριο λόγο στα καρά και σπαθιά και δευτερευόντως στα μπαστούνια
αφού εκεί είναι δυνατός ο σύντροφός του. Λογικά ο πρώτος παίκτης (ο οποίος οφείλει
να κάνει δύο μπάζες) δεν θα έπρεπε να παίξει, αλλά για τις ανάγκες του
παραδείγματος και οι δύο σύντροφοι δηλώνουν ότι θα παίξουν. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Πρώτος
παίζει ο Νο1 και ρίχνει κάτω τον Άσσο μπαστούνι (Α♠). Ο παίκτης Νο2 απαντάει
με το λιμό μπαστούνι (8♠), κρατώντας τον Ρήγα (Κ♠) ο οποίος είναι
τώρα πιθανό να κάνει μπάζα αφού έχει φύγει ο Άσσος. Γίνεται όπως λέμε «μαίτρ» ο
Ρήγας, δηλαδή το ισχυρότερο από τα απομένοντα χαρτιά του χρώματος. Ο τρίτος
παίκτης ακολουθεί με το επτά μπαστούνι (7♠) το οποίο είναι άλλωστε και το
μοναδικό μπαστούνι που έχει. Έτσι ο πρώτος παίκτης έκανε την μπάζα και
ξαναπαίζει. Έχουν περάσει μέχρι τώρα τρία μπαστούνια και τέσσερα που κρατάει
στα χέρια του, μας κάνουν επτά. Άρα ένας από τους δύο παίκτες έχει το όγδοο το
οποίο είναι ο Ρήγας (Κ♠). Αν τον
έχει ο τζογαδόρος, την μπάζα είναι πιθανόν να την κάνει ο σύντροφός του, ο
οποίος μη έχοντας μπαστούνι, θα τσακίσει με ατού (αν έχει), αν όμως τον έχει ο
σύντροφός του την μπάζα θα την κάνει ο τζογαδόρος παίζοντας ατού. Θα έχει όμως
δαπανήσει ένα ατού. Έτσι αποφασίζει να ξαναπαίξει μπαστούνι ρίχνοντας την Ντάμα
(Q♠). Ο
σύντροφός του ακολουθεί με τον Ρήγα φυσικά και ο τζογαδόρος που δεν έχει
μπαστούνι, παίρνει την μπάζα με το ατού επτά κούπα (7♥). Σ’ αυτή την περίπτωση λέμε ότι «τσακάει» ή
ότι του βρήκαμε την τσάκα. Του βρήκαμε δηλαδή το χρώμα που δεν έχει και είναι
υποχρεωμένος να παίζει ατού και να αδυνατίζει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
γύρος συνεχίζεται για την τρίτη μπάζα. Παίζει τώρα ο τζογαδόρος ο οποίος έκανε
την μπάζα και ρίχνει τον Άσσο κούπα (Α♥),
ακολουθεί ο Νο1 με το Δέκα κούπα (10♥) και
ο Νο2 με το Οκτώ κούπα (8♥). Την μπάζα
την κάνει ο τζογαδόρος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Τέταρτη μπάζα: Νο3: Κ♥ - Νο1: 9♠ - No2: 10♦ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Πέμπτη μπάζα: Νο3: Q♥ - No1: 10♠ - No2: Q♦ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Έκτη μπάζα: Νο3: J♥ - No1: J♠ - No2: K♦ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Έβδομη μπάζα: Νο3: A♣ - Νο1: Q♠ - No2: 10♣ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όγδοη μπάζα: Νο3: 7♣ - Νο1: Κ♣
- Νο2: J♣ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ένατη μπάζα: No1: 7♦ - Νο2: A♦ - Νο3: 9♥ |
||||||||||||||||||||||||||
|
Δέκατη
μπάζα: No3: 9♣ - Νο1: J♦ - Νο2: Q♣ |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Έτσι
τις μπάζες τις έκαναν ως εξής: |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
τζογαδόρος (Νο3): επτά μπάζες, ο Νο1: δύο μπάζες και ο Νο2: μία μπάζα, δηλαδή
έκαναν όλοι, όσες όφειλαν ο καθένας και άρα βγήκαν όλοι, δηλαδή δεν μπήκε
κανείς μέσα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Με
το τέλος του γύρου, καταμετρώνται οι μπάζες, όπως είπαμε στην αρχή και
χρεοπιστώνονται οι παίκτες ανάλογα με το πόσες μπάζες έχει κάνει ο καθένας. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Είναι
καιρός τώρα να μπούμε και στο κεφάλαιο του γραψίματος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Οι
βασικοί όροι στο γράψιμο είναι η «κάσα» και τα «καπίκια». Το καπίκι είναι
υποδιαίρεση (1/10) της κάσας. Μία κάσα δηλαδή ισούται με 10 καπίκια. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Το
γράψιμο γίνεται σ’ ένα φύλλο χαρτί το οποίο το χωρίζουμε σε τρία μέρη με ένα
ανεστραμμένο ταυ (┴) όπου τον χώρο κάτω από την οριζόντια γραμμή παίρνει
ο παίκτης που έχει αναλάβει να γράφει, τον πάνω δεξιά χώρο, ο παίκτης που
κάθεται δεξιά του και τον πάνω αριστερά, ο παίκτης που κάθεται αριστερά του. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όταν
αρχίζει το παιχνίδι, οι παίκτες συμφωνούν μεταξύ τους για πόση κάσα θα παίξουν
ή πόση κάσα θα «βάλουν». Είπαμε στην αρχή ότι το παιχνίδι τελειώνει όταν σβήσει
η κάσα όλων των παικτών. Ας υποθέσουμε ότι οι παίκτες συμφωνούν να βάλουν από
40 κάσα ο καθένας. Η κάσα γράφεται στη μέση κάθε χώρου. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Σε
κάθε γύρο μεταβάλλεται μόνο η κάσα του τζογαδόρου. Μειώνεται, αν ο τζογαδόρος βγάλει τις
μπάζες που οφείλει να κάνει, όταν δεν πάει μέσα δηλαδή και αυξάνεται, αν πάει
μέσα. Δηλαδή αν τζογαδόρος τα πει μπαστούνια (απλά) και κάνει τις έξη μπάζες
που οφείλει (οι άλλοι δύο κάνουν τις τέσσερις που οφείλουν), τότε η κάσα του
μειώνεται κατά τον συντελεστή των μπαστουνιών (♠) που είναι δύο (2).
Αντίστοιχα αν βγάλει τα σπαθιά (♣), μειώνεται κατά τρεις πόντους, τα καρά
(♦) κατά τέσσερις, τις κούπες (♥) κατά πέντε και τα αχρωμάτιστα κατά έξη. Αντιθέτως,
αν μπει μέσα απλός, κάνει δηλαδή μια μπάζα λιγότερη από όσες οφείλει να κάνει,
τότε η κάσα του αυξάνεται κατά τον συντελεστή του τζόγου που είπε, ενώ στην
περίπτωση που κάνει δύο μπάζες λιγότερες απ’ όσες οφείλει (μπει δηλαδή μέσα
σόλο), τότε η κάσα του αυξάνεται κατά το διπλάσιο του συντελεστή του τζόγου που
έχει πει (♠Χ4, ♣Χ6,
♦Χ8
και ♥Χ10).
Βλέπουμε εδώ την «αξία» του κάθε χρώματος και πόσο πιο βαριά είναι αυτά όσο
ανεβαίνουμε. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
περίπτωση που ο τζογαδόρος τα πει επτά σε κάποιο χρώμα τότε ο συντελεστής είναι
επτά και η κάσα του μειώνεται ή αυξάνεται κατά επτά (ή 14 στο σόλο). Στα επτά
αχρωμάτιστα ο συντελεστής είναι οκτώ. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αν
τα πει οκτώ σε κάποιο χρώμα, ο συντελεστής είναι οκτώ και στα οκτώ αχρωμάτιστα
ο συντελεστής είναι εννέα. Αντίστοιχα στα εννέα, ο συντελεστής είναι εννέα και
στα εννέα αχρωμάτιστα είναι δέκα. Στα δέκα (χρώμα και αχρωμάτιστα) ο
συντελεστής είναι δέκα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αντίστοιχα
με ό,τι ισχύει για τον τζογαδόρο με τους πόντους που μειώνεται (ή αυξάνεται) η
κάσα του ισχύει με τους άλλους παίκτες και τις μπάζες που κάνει ο καθένας. Όπως
είπαμε σε κάθε γύρο αλλάζει η κάσα μόνο του
τζογαδόρου. Οι άλλοι παίκτες όμως εφ΄ όσον παίξουν και κάνουν μπάζες,
κερδίζουν (παίρνουν) καπίκια. Πολλαπλασιάζονται οι μπάζες τους με τον ίδιο
συντελεστή που ισχύει για την κάσα του τζογαδόρου και παίρνουν το αντίστοιχο
αριθμό καπικιών από την μερίδα του τζογαδόρου. Έτσι, «πληρώνει» ο τζογαδόρος
όσες μπάζες δεν έκανε και τις έκαναν οι άλλοι παίκτες. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας
επιστρέψουμε στον δοκιμαστικό γύρω που παίξαμε προηγουμένως, να γράψουμε το
αποτέλεσμα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ο
τζογαδόρος (Νο 3) τα είπε επτά κούπες και έκανε επτά μπάζες. Άρα η κάσα του
μειώνεται κατά επτά (από 40, γίνεται 33). Τις υπόλοιπες τρείς μπάζες τις έκαναν
οι άλλοι δύο παίκτες για τις οποίες κερδίζουν καπίκια από τον τζογαδόρο. Ο
παίκτης Νο1 έκανε δύο μπάζες άρα κερδίζει 2 Χ 7 = 14 καπίκια και ο παίκτης Νο 2
έκανε μια μπάζα άρα παίρνει 7 καπίκια. Τα καπίκια γράφονται δίπλα στις
διαχωριστικές γραμμές, στην μερίδα του παίκτη που τα κερδίζει. Ας υποθέσουμε
ότι έχει αναλάβει να γράφει ο παίκτης Νο3. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Παρατηρούμε
λοιπόν ότι ο τζογαδόρος μείωσε την κάσα του κατά επτά βαθμούς που αντιστοιχούν
σε 70 καπίκια, ενώ πλήρωσε 14 +7 = 21 καπίκια στους άλλους δύο. Άρα στην ουσία
κέρδισε 49 καπίκια, που αντιστοιχούν στις επτά μπάζες που έκανε ( 7Χ7=49). Αν
όμως οι άλλοι δύο παίκτες πήγαιναν πάσσο και δεν έπαιζαν, ο τζογαδόρος θα
μείωνε την κάσσα του κατά επτά βαθμούς χωρίς να πληρώσει καθόλου καπίκια. Θα
ήταν σαν να έκανε δέκα μπάζες (10Χ7=70). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας
παίξουμε έναν ακόμη υποθετικό γύρο. Έστω ότι τζογαδόρος είναι ο παίκτης Νο 2
και τα λέει καρά. Παίζουν όλοι και κάνουν τις εξής μπάζες: Ο τζογαδόρος κάνει
πέντε μπάζες (μπαίνει μέσα δηλαδή), ο Νο3 κάνει τέσσερις μπάζες και ο Νο1 κάνει
μία μπάζα. Να πως γράφεται ο γύρος αυτός: |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
προκειμένη περίπτωση η κάσα του τζογαδόρου που στον γύρο αυτό μπήκε μέσα,
αυξάνεται κατά 4 βαθμούς (αυτόν τον συντελεστή έχουν όπως είπαμε πριν, τα καρά). |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αλλά
αυτό δεν φτάνει, θα πρέπει να πληρώσει και τα αντίστοιχα καπίκια για τις μπάζες
που έκαναν οι δύο παίκτες, έτσι πληρώνει 16 καπίκια (4 μπάζες Χ συντελεστή 4 =
16) στον παίκτη Νο3 και 4 καπίκια στον
παίκτη Νο1 (Μία μπάζα Χ 4 = 4). Του στοίχισε δηλαδή ο ατυχής αυτός γύρος, συνολικά
60 καπίκια, τουτέστιν 1,5 φορά επάνω, απ’ όσα προσδοκούσε να κερδίσει,
με τα καρά που είπε. Βλέπουμε λοιπόν τι σημαίνει το να μπούμε μέσα, πράγμα που
είναι τόσο πιο επώδυνο όσο μεγαλύτερος σε αξία είναι ο τζόγος που λέμε. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ας
υποθέσουμε ότι οι παίκτες είχαν κάνει τις εξής μπάζες: Τζογαδόρος (Νο2): 4
μπάζες, ο Νο3: 4 μπάζες και ο Νο1: 2 μπάζες. Τότε ο τζογαδόρος μπαίνει μέσα
«σόλο» (αφού έκανε δύο μπάζες λιγότερες απ’ όσες έπρεπε) και πληρώνει «εις το
διπλάσιο». Να πως γράφεται: |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Βλέπουμε
εδώ ότι ο τζογαδόρος χρεώθηκε με οκτώ βαθμούς κάσα (το διπλάσιο του τέσσερα)
και πλήρωσε εις το διπλάσιο τα καπίκια για τις έξη συνολικά μπάζες που έκαναν
οι άλλοι παίκτες. Στην περίπτωση αυτή που ο τζογαδόρος, αντί για απλός όπως
στην προηγούμενη παράγραφο, μπήκε σόλο μέσα, πλήρωσε 3,2 φορές
περισσότερα απ’ όσα θα κέρδιζε αν έβγαζε τον τζόγο και δεν έμπαινε σόλο μέσα.
Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει πως όσο πιο «μεγάλης αξίας» τζόγο λέει ο
τζογαδόρος, τόσο πιο μεγάλο είναι το όφελος αν κάνει τις μπάζες που πρέπει και
βγάλει τον τζόγο, αλλά και ο κίνδυνος στην περίπτωση που μπει μέσα. Εξ’ ού και
η φράση «την κάναμε από κούπες». Τα «χρώματα» δεν έχουν βέβαια σημασία στην
περίπτωση που ο τζόγος είναι επτά ή οκτώ ή εννέα ή δέκα, γιατί τότε ο
αντίστοιχος συντελεστής είναι ο ίδιος για όλα τα χρώματα. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Όσο συνεχίζεται το παιχνίδι μεταβάλλονται οι κάσες των τζογαδόρων μέχρις ότου αυτές γίνουν μηδέν. Σε κάθε γύρο μπορεί να μεταβληθεί όπως είπαμε μόνο η κάσα του τζογαδόρου και κανενός άλλου. Άν ο τζογαδόρος βγάλει τον τζόγο και δεν μπει μέσα, κατεβάζει την ανάλογη με τον τζόγο του κάσα, ενώ αν μπεί μέσα η κάσα του αυξάνεται ανάλογα με τον τζόγο που έχει πεί και μάλιστα εις το διπλάσιο άν πάει μέσα σόλο. Στην περίπτωση όμως που βάλει τον έναν ή και τους δυό αντιπάλους του παίκτες μέσα, τότε δεν κατεβάζει κάσα, αλλά παίρνει από αυτόν που μπήκε μέσα τα καπίκια που αντιστοιχούν στις μπάζες που έχει κάνει.Αν βάλει και τους δύο μέσα τότε παίρνει τα καπίκια που αντιστοιχούν στις μπάζες που έχει κάνει και από τους δύο. Εννοείται οτι αν ο ένας ή και οι δύο μπούν μέσα σόλο πληρώνουν στον τζογαδόρο τα καπίκια εις το διπλάσιο. Όπως προαναφέραμε αν μπεί μέσα μόνο ένας, πληρώνει τα καπίκια που αντιστοιχούν στις μπάζες που έχει κάνει τόσο ο τζογαδόρος όσο και ο σύντροφός του. Στην περίπτωση που η κάσα ενός τζογαδόρου είναι μηδέν και βγάλει
τον τζόγο που είπε, τότε αντί να κατεβάσει κάσα (που δεν έχει) κατεβάζει την
κάσα του παίκτη που έχει την μεγαλύτερη και του παίρνει αντίστοιχα καπίκια.
Δηλαδή αν ο τζογαδόρος τα έχει πει καρά, κατεβάζει τέσσερα κάσα από αυτόν που
έχει την μεγαλύτερη και του παίρνει σαράντα (40) καπίκια. Οι παίκτες μπορούν να
συμφωνήσουν ότι μόλις μηδενιστεί η κάσα των δύο εξ αυτών, διαιρούν την κάσα του
τρίτου παίκτη δια τρία την μηδενίζουν και παίρνουν από ένα τρίτο των καπικιών ο
καθένας.
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Έτσι
αφού μηδενιστούν και οι τρεις κάσες, γίνεται προσθαφαίρεση των καπικιών που
παίρνει ο ένας παίκτης από τον άλλο και γράφονται τα καπίκια που τελικά
κερδίζει κάθε παίκτης από τους άλλους τα οποία μπορεί να έχει συμφωνηθεί να
αντιστοιχούν σε νομισματική αξία π.χ. 5 λεπτά το καπίκι, οπότε ο καθένας
καταβάλει τα αντίστοιχα χρήματα σ’ αυτόν που τα κερδίζει. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Μοιρασμένα
ή τέσσερα – τέσσερα:
Σημαίνει ότι τα χαρτιά ενός χρώματος, κυρίως των ατού, βρέθηκαν στα χέρια δύο
παικτών από τέσσερα στον καθένα. Σ’ αυτήν την περίπτωση εφ’ όσον ο τζογαδόρος
υποχρεωθεί να τσακίσει κατά το πρώτο παίξιμο, βρίσκεται σε μειονεκτική θέση
αφού θα έχει μείνει με τρία ατού στο χέρι και ο αντίπαλός του θα έχει τέσσερα.
Είναι από τις περιπτώσεις που έχει πολύ μεγάλη σημασία το να βρούμε την τσάκα
του τζογαδόρου. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Διφυλλία: Ο όρος εννοεί ότι παίκτης, κυρίως ο
τζογαδόρος έχει επάνω του χαρτιά από δύο μόνο χρώματα (π.χ. μπαστούνια και
κούπες). Σ’ αυτήν την περίπτωση είναι σύνηθες το φαινόμενο να μπαίνουν οι
αντίπαλοί του μέσα οι οποίοι δηλώνουν ότι θα παίξουν έχοντες στα χέρια τους
γερά χαρτιά (π.χ. από σπαθιά και καρό) και προσδοκούντες ότι θα κάνουν από αυτά
μπάζες, τις οποίες τελικά δεν κάνουν. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Βγαίνει
μάτι: Η φράση
χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ο παίκτης, κυρίως ο τζογαδόρος έβγαλε μια
ανέλπιστη (ή όχι σίγουρη) μπάζα εξ αιτίας του παιξίματος των άλλων παικτών.
Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ο τζογαδόρος έχει επάνω του Ρήγα και λιμό, ή Άσσο
και ντάμα ενός χρώματος και είναι στην άκρη, δηλαδή παίζει τελευταίος. Αν ο
παίκτης που παίζει πρώτος ρίξει ένα χαρτί αυτού του χρώματος (π.χ. Βαλέ), ο
σύντροφός του υποχρεούται να ακολουθήσει με το ίδιο χρώμα, οπότε αν μεν βάλει
τον Άσσο, ο τζογαδόρος θα πάει έξω με το λιμό του και θα κάνει μαίτρ τον Ρήγα
του με τον οποίο θα κάνει την επόμενη μπάζα, ενώ στην περίπτωση που έχει Άσσο,
Ντάμα τότε ό,τι και να παίξει ο δεύτερος παίκτης, τζογαδόρος θα κάνει και τις
δύο μπάζες, θα κάνει δηλαδή μπάζα και η Ντάμα του που δεν ήταν σίγουρο ότι θα
την έκανε. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Ντάμα
τρίφυλλη: Έτσι λέγεται η
Ντάμα που έχουμε επάνω μας και ακολουθείται από δύο ακόμη μικρότερα φύλλα του
ίδιου χρώματος. Θεωρητικά είναι μια μπάζα υπό την έννοια ότι όταν παιχθεί ο
Άσσος θα πάμε έξω με το ένα φύλλο και όταν παιχθεί ο Ρήγας θα πάμε έξω με το
άλλο, οπότε γίνεται μαίτρ η Ντάμα μας. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Τρυγητός: Έτσι λέμε την περίπτωση που οι δύο
παίκτες παίζουν εναλλάξ χαρτί χρώματος
που δεν έχει ο σύντροφός τους και έτσι τσακάνε και αποσπούν μπάζες από τον
τζογαδόρο. Ας υποθέσουμε ότι στον ένα σύντροφο λείπουν τα σπαθιά και στον άλλο
τα καρά. Αν αυτός που έχει σπαθιά καταλάβει ότι ο σύντροφός του δεν έχει και
παίξει σπαθί, ο μεν τζογαδόρος υποχρεούται να ακολουθήσει με σπαθί, ενώ ο
σύντροφός του τσακάει με ατού, αφού δεν έχει σπαθί. Το αντίστοιχο θα συμβεί αν
ο σύντροφος που πήρε την μπάζα παίξει καρό, που δεν έχει ο άλλος σύντροφος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στη
μέση ο τζογαδόρος: Έτσι
λέμε όταν ο τζογαδόρος κάθεται δεξιά από τον παίκτη που πρωτοπαίζει, παίζει
δηλαδή δεύτερος και έπεται ο τρίτος παίκτης. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο παίκτης
που πρωτοπαίζει ρίχνει ένα μικρό χαρτί (αδυναμία) από το χρώμα που κρατάει δύο ή τρία φύλλα
(από Βαλέ και κάτω) αποφεύγοντας να «βγάλει μάτι» του τζογαδόρου. Μπορεί όμως
να παίξει ένα οποιοδήποτε ισχυρό χαρτί από το χρώμα που κρατάει πολλά
χαρτιά, ώστε να βρει τον τζογαδόρο στην
τσάκα, έχοντας τον κίνδυνο όμως να βάλει και τον σύντροφό του στην τσάκα
(διπλοτσάκα). |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
άκρη ο τζογαδόρος: Έτσι
λέμε όταν ο τζογαδόρος κάθεται αριστερά από τον παίκτη που πρωτοπαίζει, παίζει
δηλαδή τελευταίος. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο παίκτης που πρωτοπαίζει βγαίνει με
ισχυρό χαρτί (δύναμη), από χρώμα στο οποίο διαθέτει Άσσο, Ρήγα, Ντάμα κλπ, με
στόχο να βρει τον τζογαδόρο σε τσάκα. Βέβαια υπάρχει και εδώ ο κίνδυνος να
«βγάλει μάτι» στον τζογαδόρο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Πρώτο
δύναμη, δεύτερο αδυναμία:
Στην περίπτωση που παιχτεί ατού και ένας παίκτης δεν έχει ατού να ακολουθήσει,
τότε ρίχνει όπως είπαμε ένα φύλλο οποιουδήποτε χρώματος. Έχει επικρατήσει το
πρώτο φύλλο που θα ρίξει να είναι από τα φύλλα στα οποία έχει δύναμη,
δείχνοντας έτσι στον σύντροφό του που είναι δυνατός. Την δεύτερη φορά που θα
παιχτεί ατού, θα ακολουθήσει με φύλλο χρώματος στο οποίο είναι αδύνατος. Όπως
είναι φυσικό αυτό το αντιλαμβάνεται και ο τζογαδόρος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Οι
τέσσερις Άσσοι: Από την
έναρξη του παιχνιδιού οι τρεις παίκτες συμφωνούν αν θα παίξουν και τους
τέσσερις Άσσους. Αυτό σημαίνει ότι ο τζογαδόρος που έχει επάνω του και τους
τέσσερις Άσσους, την ώρα που αναγγέλλει τα ατού, λέει: και οι τέσσερις Άσσοι. Σ’
αυτήν την περίπτωση αν βγάλει τον τζόγο (αν δεν μπει μέσα δηλαδή) παίρνει από
τους άλλους παίκτες επιπρόσθετα και τόσα καπίκια όσα και η κάσα με την οποία
άνοιξε το παιχνίδι. Συχνά συμφωνείται άλλος αριθμών καπικιών π.χ. 25,
ανεξάρτητα από το ύψος της κάσας. Αν όμως ο τζογαδόρος μπει μέσα, τότε πληρώνει
πέραν των άλλων στους άλλους παίκτες και τα καπίκια από τους τέσσερις Άσσους. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Όλες
οι Ντάμες, πλην της ατού:
Εμπειρικός κανόνας που λέει ότι όταν παιχτεί κάτω Ντάμα ο σύντροφος που έχει
καλύτερο χαρτί πρέπει να την πάρει, εκτός αν είναι η Ντάμα ατού στην οποία
πρέπει να πάει έξω. |
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
|
||||||||||||||||||||||||||
|
Στην
διάρκεια του παιχνιδιού οι παίκτες, κυρίως οι δύο σύντροφοι, χρησιμοποιούν
κάποια κόλπα, προκειμένου να «δείξουν» ο ένας στον άλλον σε ποιο χρώμα έχουν
δύναμη και σε ποιο όχι. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό, πλην όμως
συμβαίνει πολλές φορές. Τέτοια κόλπα είναι: |
||||||||||||||||||||||||||
|
Κατά
την αγορά να λέει ο ένας παίκτης αποκλείομαι στα τάδε (π.χ. αποκλείομαι στα
σπαθιά). Δηλώνει έτσι ότι έχει δύναμη σε κάποιο χρώμα (σπαθιά), αλλά ο
πλειστηριασμός ανέβηκε πάνω από την δύναμή του και δεν μπορεί να ακολουθήσει
και αποκλείεται. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Επίσης
κατά την αγορά, ένας παίκτης δηλώνει: έως τα τάδε (π.χ. έως κούπες) και
υποδηλώνει ότι έχει δύναμη στις κούπες, αλλά δεν έχει τον Άσσο. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Κατά
το παίξιμο ένας παίκτης ρίχνει φύλλο κάτω με δύναμη και κτύπημα του χεριού του
στο τραπέζι, θέλοντας έτσι να υποδηλώσει στον σύντροφό του ότι σ’ αυτό το χρώμα
έχει δύναμη. |
||||||||||||||||||||||||||
|
Αντίστροφα,
ένας παίκτης ρίχνει ένα φύλλο και το πετά ψηλά, να πέσει περιστρεφόμενο και
αιωρούμενο στο τραπέζι (το λιχνίζει όπως λέμε) θέλοντας έτσι να δηλώσει ότι σ’
αυτό το χρώμα δεν έχει άλλο χαρτί ή εν πάσει περιπτώσει ότι είναι αδύνατος. |
||||||||||||||||||||||||||
|
[1] πρέφα 1. τυχερό παιχνίδι που παίζεται με 32 τραπουλόχαρτα από τρεις παίκτες. ΦΡ. (λαϊκ.) παίρνω πρέφα, παίρνω είδηση, αντιλαμβάνομαι. ΣΥΝ. παίρνω χαμπάρι, χαμπαριάζω, μυρίζομαι, παίρνω μυρουδιά (ΛΕΞΙΚΟ Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ) |